μια εισαγωγή:
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν επιβιώνει για να ζήσει, ζει τόσο όσο να αντιστέκεται στο να μην αφανιστεί. Είναι ο τρόπος του να υπάρχει χωρίς άλλο θεμέλιο παρά μόνο την δική του απόφαση να υπάρξει.
Είμαστε αυτοί που δεν πρέπει να υπάρχουν. Εικόνες που δεν έπρεπε να δει κανείς.
Πρόγευση ενός μετα-ανθρώπινου ανθρωπισμού. Το σώμα ως όχημα και ταυτόχρονα όπλο που σημαδεύει την ύβρη της επιβίωσης, είναι αυτό που προσφέρει αποδείξεις, σιωπηλές μαρτυρίες νοήματος εν κινήσει και δεν εφησυχάζει ποτέ, ούτε στην ασφάλεια του ορθού λόγου, ούτε στον μυστικισμό της πίστης.
Η στιγμή κατά την οποία το ανθρώπινο υποκείμενο στην πιο σκοτεινή στροφή, καλείται να επινοήσει το βήμα σ’ ένα πεδίο χωρίς έδαφος.
Το να διασχίζεις το χάος χωρίς βεβαιότητα δεν είναι παράλογο, είναι τραγικά λογικό, αν δεχθούμε ότι η πραγματικότητα δεν μας οφείλει τίποτε.

Στον Τίμαιο (45b–46a), ο Πλάτων προτείνει μια τολμηρή θεωρία για την όραση: ο Δημιουργός τοποθέτησε ένα εσωτερικό πυρ μέσα στα μάτια, ομογενές προς το εξωτερικό πυρ που παράγει το φως του κόσμου. Όταν το εσωτερικό φως ενώνεται με το εξωτερικό, δημιουργείται η όραση — όχι απλώς ως μηχανική αίσθηση, αλλά ως πνευματική συνάντηση εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου.

Αυτό το πυρ είναι ενεργητικό, εκπορεύεται, αναζητά — είναι επιθυμία για να δει και να γνωρίσει. Ένα φωτεινό ρεύμα που ξεκινά από την ψυχή και ενώνεται με το εξωτερικό φως για να δημιουργήσει τη γνώση του κόσμου. Αυτό το αρχέγονο ανόθευτο σε σχέση με το πυρ του εξωτερικού κόσμου, δεν είναι άκτιστο, έχει κατασπαστεί ώστε να έχει πλέον την ιδιότητα όχι να καίει αλλά να παρέχει ήμερο φως και να γίνεται καθημερινό και οικείο στους ανθρώπους.
‘’Όταν λοιπόν υπάρχει ολόγυρα φως της ημέρας, τότε το ρεύμα της όρασης βγαίνει από τα μάτια και, καθώς το όμοιο έλκεται από το όμοιο, συνενώνεται με το έξω φως και δημιουργείται έτσι ένα ομογενές σώμα, οικείο σ’ εμάς, στην ευθεία των ματιών, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται το εξωτερικό αντικείμενο στο οποίο προσκρούει το ρεύμα αυτό. Εξαιτίας της ομοιογένειας, το προϊόν της συνένωσης αυτής αποκτά παντού ίδιες ποιότητες, είτε προέρχεται από την πρόσκρουση του ίδιου του ρεύματος σε ένα αντικείμενο είτε από την πρόσκρουση ενός αντικειμένου στο ρεύμα, και μεταφέρει τις κινήσεις που προκαλούνται κατά την πρόσκρουση διαμέσου όλου του σώματος στην ψυχή, με αποτέλεσμα την γέννηση της αίσθησης που ονομάζουμε όραση’’.
Η όραση είναι το σημείο ένωσης ανάμεσα σε αυτό που εσωτερικά θέλουμε να δούμε και σε αυτό που εξωτερικά μας αποκαλύπτεται.
Το βλέμμα, δεν παρατηρεί απλώς — επιθυμεί.
Αυτό το εκπορευόμενο πυρ της οράσεως είναι ήδη μια μορφή έρωτα: φωτεινό, δραστικό, αναζητά.
Δεν είμαστε ποτέ παρόντες στον εαυτό μας με πληρότητα. Το βλέμμα με το οποίο βλέπουμε τον κόσμο περιλαμβάνει και την απορία του εαυτού που κοιτά.
Είμαστε παρόντες-/
/-είμαστε εδώ, αλλά όχι ολόκληροι.
Το «πυρ της όρασης» είναι προσομοίωση της ψυχής που ποθεί — της ψυχής που βγαίνει από τον εαυτό της για να ενωθεί με τον κόσμο, να γεφυρώσει την απόσταση από το αντικείμενο της επιθυμίας. Η όραση δεν είναι ποτέ ουδέτερη εμπειρία: είναι κίνηση προς κάτι που λείπει.
-/ το βλέμμα μου σε αναζητά, σε φωτίζει, αλλά δεν σε περιέχει.
Η παρουσία του Άλλου δεν εξαντλείται στην επιφάνειά του. Χρειάζεται ένα εσωτερικό πυρ για να τον “δούμε” αληθινά, και αυτό το πυρ προϋποθέτει απόσταση. Ο Άλλος πρέπει να είναι μερικά απών για να ενεργοποιηθεί η όραση ως επιθυμία.
Η ιδέα του εσωτερικού πυρός της οράσεως, μπορεί να ιδωθεί ως μια πρώιμη φιλοσοφική σύλληψη της εσωτερικής απουσίας, της οντολογικής μη – πληρότητας. Η πλατωνική θεωρία της όρασης στον Τίμαιο δεν είναι απλώς μία απόπειρα φυσικής εξήγησης, αλλά μια οντολογική αλληγορία: το βλέμμα δεν είναι παθητική αποδοχή του κόσμου, αλλά έκφραση ενός εσωτερικού πόθου για συνάντηση. Το «πυρ» που κατοικεί στα μάτια είναι η ψυχή που κινείται προς τον κόσμο, προσπαθώντας να ενωθεί με αυτό που της λείπει. Το βλέμμα φλέγεται από την ανάγκη να αγγίξει κάτι άλλο — και ακριβώς αυτό το «κάτι άλλο» δεν επιτυγχάνεται ποτέ ολοκληρωτικά.
Perinde ac cadaver – Υπάκουος σαν πτώμα
Από την Ιερά εξέταση στην ακροδεξιά. Η ”φιλανθρωπία” ως εργαλείο ξεπλύματος και συνεκτικός ιστός και των δύο. Μια καλή ευκαιρία για να δούμε στην δράση πώς λειτουργεί η διαχείριση των μαζών.

Οι Ιησουίτες, ιστορικά ανέπτυξαν ιδιαίτερες ικανότητες στην προπαγάνδα και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης μέσω της εκπαίδευσης, των κηρυγμάτων και των κοινωνικών δράσεων, διαχειριζόμενοι με επιδεξιότητα τις αντιλήψεις των μαζών.
Αν θελήσουμε να διαβάσουμε ιστορικά τον ρόλο των Ιησουιτών, μπορούμε εύλογα να υποστηρίξουμε ότι αποτέλεσαν την «ακροδεξιά» της εποχής τους. Σε μια περίοδο βαθιών κοινωνικών αναταραχών, πολιτικών επαναστάσεων και θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων, οι Ιησουίτες λειτούργησαν ως η πιο οργανωμένη και μαχητική άμυνα του Παλαιού Καθεστώτος: της απόλυτης μοναρχίας, της παπικής εξουσίας και της αυστηρής κοινωνικής ιεραρχίας.
Όπως η ακροδεξιά των νεότερων αιώνων, οι Ιησουίτες επένδυσαν σε μια ιδεολογία απόλυτης υπακοής, θεϊκής εξουσιοδότησης της εξουσίας και εξαγνιστικής βίας για τη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης. Υπηρέτησαν βασιλιάδες, παπικές αυλές και αυτοκρατορικές αρχές με μια αφοσίωση που θύμιζε θρησκευτικό φανατισμό — όχι μόνο ως θεολόγοι αλλά και ως πολιτικοί σύμβουλοι, δάσκαλοι, και, σε πολλές περιπτώσεις, υπόγειοι πράκτορες.
Το δόγμα της «κατάλληλης υπακοής» (perinde ac cadaver – υπάκουος σαν πτώμα), που διδάχτηκε στους Ιησουίτες, επιβεβαίωνε την πλήρη υποταγή στην αυθεντία — μια νοοτροπία που αντανακλάται στους ολοκληρωτικούς μηχανισμούς που αργότερα υιοθέτησαν ακροδεξιά καθεστώτα.
Η εκπαίδευση που παρείχαν στα σχολεία τους στόχευε στη δημιουργία υπηκόων αφοσιωμένων στο θρόνο και την Εκκλησία, με ελάχιστο χώρο για ατομική κριτική σκέψη ή αμφισβήτηση της εξουσίας. Αυτή η διαπαιδαγώγηση συνέβαλε στη στασιμότητα και την αποτροπή κοινωνικών μεταρρυθμίσεων σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές.
Ακόμη και η μεθοδολογία των Ιησουιτών, με τη χρήση μυστικών δικτύων, διπλωματίας, και χειραγώγησης των εξουσιών, θυμίζει πολύ τις παράλληλες δομές που χρησιμοποίησαν ακροδεξιά καθεστώτα για να ελέγχουν τον κοινωνικό ιστό χωρίς άμεση βία αλλά μέσω ιδεολογικής χειραγώγησης.
Σε μια εποχή όπου τα πρώτα φιλελεύθερα κινήματα διεκδικούσαν ελευθερίες συνείδησης, δικαιώματα και εκκοσμίκευση της πολιτικής ζωής, οι Ιησουίτες στέκονταν ως οι πιο αμετακίνητοι υπερασπιστές της Θεοκρατίας και της απολυταρχίας — της δικής τους «Ιερής Τάξης», που έβλεπε τον κόσμο ταξινομημένο σε ανώτερους και κατώτερους, πιστούς και αιρετικούς.
Με αυτό τον τρόπο, οι Ιησουίτες υπήρξαν, σε πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο, η ακροδεξιά φρουρά της Παράδοσης πριν καν διατυπωθεί ο όρος “δεξιά” και “αριστερά”.
Για τους Ιησουίτες, ο άνθρωπος δεν ήταν πολίτης — ήταν ένα πιόνι, ένας υπάκουος υπηρέτης που έπρεπε να υποτάσσεται στη θέληση της Εκκλησίας και της εξουσίας όπως το άψυχο σώμα ενός πτώματος.
Όπως τα μετέπειτα ακροδεξιά καθεστώτα, οι Ιησουίτες δεν έβλεπαν την εξουσία ως κάτι που απορρέει από τη λαϊκή βούληση. Γι’ αυτούς, η εξουσία ήταν θεόσταλτη και αδιαμφισβήτητη. Η ελευθερία σκέψης ήταν έγκλημα. Η αμφισβήτηση ήταν αίρεση. Η πρόοδος ήταν συνώνυμη της αμαρτίας.
Ο τρόμος που σκόρπισαν στους αιώνες δεν ήταν μόνο σωματικός — ήταν πνευματικός. Δημιούργησαν στρατιές ανθρώπων φοβισμένων, ενοχικών, έτοιμων να θυσιάσουν τη λογική τους στο όνομα της υπακοής. Αυτό το μοντέλο, της μαζικής χειραγώγησης και του στρατιωτικοποιημένου φανατισμού, είναι το ίδιο που αργότερα έθρεψε τις πιο βίαιες ακροδεξιές ιδεολογίες.
Οι Ιησουίτες υπήρξαν η μηχανή παραγωγής ενός κόσμου χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς δικαιώματα, χωρίς ανάσα. Υπήρξαν οι πρώτοι φονταμενταλιστές της εξουσίας και οι πρώτοι δάσκαλοι του ολοκληρωτισμού.
Πριν υπάρξουν οι φασίστες, πριν υπάρξουν οι στρατιωτικές χούντες και τα ακροδεξιά καθεστώτα, υπήρχαν οι Ιησουίτες. Το Τάγμα του Ιησού δεν ήταν μια αθώα αδελφότητα ιεραποστόλων. Ήταν μια μηχανή διαμόρφωσης του ανθρώπινου πνεύματος μέσα από τον φόβο, τη χειραγώγηση και τη συντριβή της ελεύθερης βούλησης.
Οι Ιησουίτες έμαθαν στον κόσμο ότι η υπακοή πρέπει να είναι απόλυτη — όχι ως επιλογή, αλλά ως αναπόφευκτη μοίρα. Ότι το να αμφιβάλλεις είναι αμαρτία. Ότι ο ελεύθερος άνθρωπος είναι εχθρός και ότι μόνο ο υποταγμένος σώζει την ψυχή του. Μετέτρεψαν την πνευματικότητα σε όπλο και την εκπαίδευση σε στρατόπεδο διανοητικής αναμόρφωσης.
Ό,τι υπήρξε αργότερα στον 20ό αιώνα ως ακροδεξιός τρόμος — η πίστη στον Ηγέτη, η λατρεία της εξουσίας, η αποθέωση της βίας ως καθαρτικού μέσου — έχει ρίζες στην ιησουιτική νοοτροπία. Οι Ιησουίτες έκτισαν το πρώτο εργαστήριο του ολοκληρωτισμού: ένα σύστημα όπου η ατομικότητα σβήνεται και αντικαθίσταται από έναν μηχανικό, πειθήνιο υπηρέτη της Ιερής Τάξης.
Δεν δίδαξαν ελευθερία, δεν δίδαξαν δικαιοσύνη. Δίδαξαν υπακοή. Τυφλή. Απόλυτη. Καταστροφική.
Στον πυρήνα κάθε φασιστικού, ακροδεξιού καθεστώτος υπάρχει ένα ιερό δόγμα: “Η Τάξη πάνω απ’ όλα”. Οι Ιησουίτες το φώναξαν πρώτοι. Και το έκαναν δόγμα, όπλο και σύστημα εξουσίας αιώνων.
Τέττιγες: Εξομολόγηση στο Φως

«τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε».
Γεννιούνται όλοι μαζί και πεθαίνουν όλοι μαζί.
Τα αρσενικά είναι κουφά, τα θηλυκά βουβά.
Το τραγούδι τους είναι το ερωτικό τους κάλεσμα και ταυτόχρονα μια αντίστροφη μέτρηση έως τον θάνατο, περίπου 6 εβδομάδες μετά. Μια πρώτη και τελευταία εξομολόγηση. Δεν υπάρχει επανάληψη. Καμία δεύτερη ευκαιρία. Το τραγούδι τους είναι ταυτόχρονα έρωτας και αποχαιρετισμός.
Ζουν στο έδαφος ως σκουλήκια για 4 – 17 χρόνια μέχρι που εκρήγνυνται μαζικά. Οι νύμφες αναδύονται κατά εκατομμύρια στην επιφάνεια, μεταμορφώνονται και ζουν το τελευταίο τους καλοκαίρι.
Στο φως.
Σχεδόν αόρατοι.
Αυτό δεν είναι απλώς βιολογικός κύκλος· είναι ένα πρόγραμμα, ένας αλγόριθμος που εξελίχθηκε για να ελαχιστοποιήσει τους θηρευτές, να αυξήσει τις πιθανότητες ζευγαρώματος και να εξασφαλίσει τη συνέχιση του είδους. Η σιωπή τους κάτω από τη γη δεν είναι άγνοια· είναι στρατηγική.
Η αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι ένα είδος διαφορετικό από τα άλλα, εμφορούμενο από ένα «ηθικό πεπρωμένο» που κανένα άλλο είδος δεν διαθέτει είναι τραμπουκισμός απέναντι στις άλλες μορφές ζωής. Αυτή η στάση προδίδει αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «οικολογικό ναρκισσισμό». Ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο αλλά συμμέτοχος μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων όπου κάθε μορφή ζωής φέρει τη δική της νοημοσύνη, τη δική της τεχνολογία επιβίωσης.
Η ανθρώπινη τεχνολογία επιβίωσης είναι η κοινωνία και η επιστήμη. Ο άνθρωπος, με το άγχος της θνητότητας, επινόησε θεσμούς, νόμους και τεχνολογία για να παρατείνει αυτό που τα άλλα είδη δέχονται αδιαμαρτύρητα: την περατότητα. Η κοινωνία και η επιστήμη είναι οι δικές του τεχνολογίες της ζωής: θεσμοί, κανόνες και εργαλεία που μιμούνται ή αντικαθιστούν τα μηχανιστικά ένστικτα άλλων ειδών. Η κοινωνία λειτουργεί σαν σμήνος που παρέχει προστασία και καταμερίζει ρόλους, ενώ η επιστήμη είναι μια επιταχυνόμενη μορφή μάθησης, ικανή να συμπυκνώνει εκατομμύρια χρόνια προσαρμογής σε μερικούς αιώνες έρευνας.
Κάθε είδος –από το πιο απλό έως το πιο σύνθετο– φέρει τον δικό του τρόπο να διαχειρίζεται τον ήλιο και το σκοτάδι. Η τεχνολογία της ζωής, όποια μορφή κι αν παίρνει, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να αντέχουμε τον Ήλιο λίγο ακόμη.
Οι Τέττιγες περιμένουν δεκαεπτά χρόνια για έξι εβδομάδες Ήλιου.
Ο Άνθρωπος ξοδεύει μια ζωή για να προετοιμάζεται, χωρίς ποτέ να ολοκληρώνει την Ανάδυση.